Γράφει ο Μάνος
Απο το τεύχος 245 του PCMaster

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όποιος είχε PC και μιλούσε για ήχο στα παιχνίδια, εισέπραττε αμέσως το χλευασμό της παρέας του. Λογικό ήταν αυτό, καθότι οι Amigάδες και Atarάδες ένιωθαν σαν βασιλιάδες, αφού τα μηχανήματά τους στον τομέα αυτό (και όχι μόνο) ήταν έτη φωτός μπροστά απ’ το ασθενικό PC speaker. Στα τέλη της δεκαετίας, όμως, το σκηνικό άρχιζε ν’ αλλάζει. Ηταν το έτος 1987, όταν μία εταιρεία ονόματι Adlib κυκλοφόρησε μία κάρτα με δυνατότητα στερεοφωνικού ήχου για τα PCs, κάτι πραγματικά πρωτοποριακό τότε. Η Adlib μπορεί να μην είχε εξαιρετικές δυνατότητες ως κάρτα, αλλά και μόνο το ότι έδινε στο χρήστη τη δυνατότητα να ξεφύγει από τη… μουρμούρα του speaker, σήμαινε πολλά!

 H Adlib έγινε σχεδόν άμεσα αποδεκτή από τα software houses και το αγοραστικό κοινό, ειδικά όταν το King’s Quest 4 της Sierra-On-Line έγινε το πρώτο παιχνίδι που την υποστήριζε. Το ακολούθησαν όλα τα επόμενα παιχνίδια της εποχής (ακόμη θυμάμαι τον εαυτό μου ν’ ακούω το Prince of Persia και το Titus The Fox μέσω Adlib και να μην πιστεύω στ’ αυτιά μου! Μελωδία πραγματική!) με αποτέλεσμα να ανατείλει μία νέα εποχή στα PC games, όπου η μουσική σε κάθε παιχνίδι δεν ήταν ο «φτωχός συγγενής» όλων των άλλων χαρακτηριστικών του. Αντίπαλο δέος της Adlib ήταν τότε αναμφισβήτητα η εταιρεία Roland, η οποία με την εμφανώς ανώτερη ποιοτικά LAPC-I κάρτα της διεκδικούσε μερίδιο της πίτας. Ομως, δεν κατάφερε να κερδίσει μεγάλο μέρος της, καθότι η Adlib είχε διαδοθεί παντού, σε πολύ μεγαλύτερο εύρος από το δικό της προϊόν, ενώ ήταν και πιο φθηνή από την κατά τα άλλα καταπληκτική LAPC-I.

H Adlib ως εταιρεία δεν “έζησε” εμπορικά για πολλά χρόνια, ενώ λίγα χρόνια μετά την κυκλοφορία της κάρτας της, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ήρθε στο προσκήνιο η εταιρεία που έμελλε να αλλάξει το σκηνικό για πάντα στην κατηγορία. Φυσικά, αναφέρομαι στην πασίγνωστη κάρτα ήχου SoundBlaster, από την Creative Technologies.

H Creative προέβη σε μία πανέξυπνη και στρατηγικού χαρακτήρα κίνηση. Φρόντισε τα προϊόντα της, αρχής γενομένης από το πρώτο κιόλας, τη SoundBlaster 1.0, να είναι απολύτως συμβατά με την Adlib. Ετσι, όλα τα παιχνίδια που είχε αγοράσει ένας χρήστης έως τότε, είχαν κανονικό στερεοφωνικό ήχο και μέσω των προϊόντων της Creative. Ηταν ακριβώς εκείνο το χαρακτηριστικό που δεν κατάφεραν να προσδώσουν στα προϊόντα τους άλλοι κατασκευαστές του χώρου, με αποτέλεσμα να μη καταφέρουν ποτέ να προσελκύσουν το gaming κοινό της εποχής. Κανείς δεν αρνείται ότι η Gravis Ultrasound (με δυνατότητα υποστήριξης 32 καναλιών, παρακαλώ!), αλλά και η Roland LAPC-I, όπως αναφέρθηκε, ήταν ανώτερα σε δυνατότητες προϊόντα σε σχέση με τις προαναφερθείσες κάρτες. Ομως, το ότι δεν ήταν απολύτως συμβατά αρχικά με την Adlib και μετέπειτα με τη SoundBlaster, τα καταδίκασε για πάντα σε δεύτερο ρόλο.

Η Creative έδρασε αστραπιαία. Κυκλοφορώντας συνεχώς νεότερες και καλύτερες εκδόσεις της αρχικής SoundBlaster (SoundBlaster 2.0, Pro, 16), η οποία στο μεταξύ είχε γίνει συνώνυμη του ήχου στα παιχνίδια, κατάφερε να γιγαντωθεί και να εξαφανίσει οριστικά κάθε άλλο επίδοξο ανταγωνιστή της στον τομέα αυτό. Και μετά προχώρησε στην κυκλοφορία των καρτών της σειράς που επίσης άφησε εποχή, των πασίγνωστων AWE (Advance Wave Effects). Με αρχή την AWE32 και μετέπειτα τις AWE64 και AWE64 Gold (η οποία δεχόταν πάνω της επιπλέον wavetable RAM υπό μορφή add-on καρτούλας, είχε spdif έξοδο και επίχρυσες RCA εξόδους) σκόρπισε τον πανικό στους PC χρήστες, που έτρεχαν να προμηθευτούν τις (πανάκριβες τότε) κάρτες της. Με πολύ καλές MIDI δυνατότητες, πολυκάναλη αναπαραγωγή και δύο ξεχωριστούς επεξεργαστές για τον ήχο, ήταν ένα προϊόν αισθητά ανώτερο των προηγουμένων της εταιρείας. Μάλιστα, η AWE32 ήταν χαρακτηριστική και για το ασυνήθιστα μεγάλο μήκος της για κάρτα ήχου, που ήταν, ούτε λίγο, ούτε πολύ, 35 ολόκληρα εκατοστά!

Η τοποθέτηση όλων των καρτών που αναφέρθηκαν παραπάνω, γινόταν μέσω της ISA θύρας που έφεραν οι motherboards εκείνης της εποχής. Επρόκειτο για μία θύρα πολύ μακρύτερη της γνωστής μας PCI (που επίσης τείνει να εξαφανιστεί σιγά-σιγά στις σύγχρονες motherboards) τοποθετημένη στο κάτω μέρος κάθε motherboard, ενώ στο DOS περιβάλλον στο οποίο λειτουργούσαν, απαιτούνταν οι κατάλληλες εντολές, μέσω του autoexec.bat αρχείου που φόρτωνε μ’ αυτό, για την ομαλή απόδοσή τους. (Στους παλαιότερους από εσάς, είμαι σίγουρος ότι η παράμετρος Set Blaster= Α220 Ι5 D1 θυμίζει πολλά.)

Λίγα χρόνια αργότερα, η κατάσταση άλλαξε για μία ακόμη φορά, καθώς η Creative προχώρησε πλέον στην κυκλοφορία PCI καρτών ήχου, αφήνοντας πίσω τον ISA δίαυλο. Είχαν και τα PCs περάσει σ’ άλλη εποχή, με την έλευση των Windows 95 (και 98 αργότερα), ενώ λίγο αργότερα άρχισαν δειλά-δειλά να κάνουν την εμφάνισή τους οι motherboards με ολοκληρωμένα κυκλώματα ήχου, αν και με όχι τόσο καλή απόδοση αρχικά. Αυτά, όμως, είναι αρκετά πρόσφατα για να μας απασχολήσουν στην παρούσα στήλη. Νομίζω ότι σε καμία... πενταετία θα έχει έρθει η ώρα τους!

Τα πράγματα σήμερα είναι αυτοματοποιημένα για το χρήστη/gamer, όσον αφορά στον ήχο στα παιχνίδια του. Τα εγκαθιστά κι αυτά αμέσως ανιχνεύουν την πηγή του ήχου στο PC του. 18-20 χρόνια πριν, αυτό προϋπέθετε λίγη προσπάθεια και, αν μη τι άλλο, σωστές επιλογές από πλευράς του (γι’ αυτό τα περισσότερα παιχνίδια είχαν το απαραίτητο setsound.exe ή config.exe αρχείο μαζί) για ν’ ακούσει την πολυπόθητη τότε μελωδία! Αλλες εποχές, άλλες συνήθειες. Οι καιροί, όμως, φυσικά, αλλάζουν και μαζί τους τα PCs γίνονται (;) ολοένα πιο φιλικά κι εύκολα στη χρήση τους...

Γράψτε τα Σχόλια σας ...
Για να κάνετε σχόλιο πρέπει να κάνετε login στο Forum